Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2015

Αίτημα προς τη Βουλή των Ελλήνων για την διάσωση της Ελληνικής Γλώσσας



Λένε πολλοί, ότι για να σωθεί η γλώσσα μας πρέπει τα παιδιά μας να διδάσκονται, από τα μικράτα τους, Αρχαία Ελληνικά. 
Ποιος μπορεί να διαφωνήσει;  Βεβαίως, το μέτρο αυτό, κινείται στο σωστό δρόμο – και ας παρατηρήσουμε εδώ, ότι το προφανές καντάτησε πια να θεωρείται «μέτρο» -, είναι όμως αρκετό;
Όχι! 
Η ελληνική γλώσσα αναγνωρίζεται σήμερα, σχεδόν παγκόσμια, ως η μόνη "νοηματική" γλώσσα.  Παραβλέπουμε ωστόσο ότι είναι επίσης μία γλώσσα εξόχως βιωματική και πλαστική.  Πέρα από την εξαιρετική αρχιτεκτονική και σοφία που κρύβει – έστω και με τις επιμολύνσεις που βαρύνθηκε διά μέσου των αιώνων – είναι πάνω από όλα γλώσσα που συνδέει το νου με το σώμα, το πνεύμα με την ύλη.  Ποιο ήταν 4ο τη τάξει ρητό της Αρχαιότητας;  «Νοῦς ὑγιής ἐν σώματι ὑγιεῖ"»!

Η ελληνική γλώσσα λοιπόν, είναι συνυφασμένη με την ελληνική γραφή.  Γέννησε και γεννήθηκε η μία από την άλλη.  Και όταν αναφερόμαστε στη γραφή δεν πρέπει να περιοριζόμαστε σε μία αφηρημένη έννοια, όπως προσπαθούν να μας πείσουν διάφοροι όψιμοι «νεοεπιστήμονες».  Η γραφή είναι πρώτα από όλα η πράξη, το ξύσιμο τής γραφίδας επάνω στην στέρεα ύλη, το «χριτς χριτς» του ήχου, από το οποίο προήλθε εντέλει η λέξη χρηστός, το χάραγμα που μένει στους αιώνες για να μεταφέρει όχι μόνο το σημαινόμενο αλλά και το σημαίνον:  η ύλη μπορεί με το πνέυμα που τής εμφυσεί ο Έλληνας, να «μιλήσει»!  

Τι πιο ταπεινωτικό για την πράξη τής γραφής, το ευτελές και εφήμερο, αφυδατωμένο και αποξηραμένο υλικό που εισήχθη από τα ανατολίτικα έθνη – αν όχι ρυπαρά στην ηθική τους, τουλάχιστον ύποπτα για τις ευκολίες στις οποίες παραδόθηκαν –, το υλικό που σχίζεται, το υλικό που δεν έχει αντρείο ήχο παρά μόνο τρίζει, το υλικό που χάνει τη μνήμη του και διαλύεται στις πρώτες σταγόνες μίας βροχής και που παραδίδεται αμαχητί στην φλόγα!

Η γραφή πρέπει να επιστρέψει στην αρχική της μητέρα, στην λάξευση τού μαρμάρου.  Ή μήπως δεν έχομε αρκετό μάρμαρο στην Ελλάδα;  Μα όλη η Ελλάδα είναι ένα χαλί τιμημένης γης που σκεπάζει μαρμαρόκτιστα βουνά.  Και στο κάτω κάτω, για τα εντελώς εφήμερα, τις εφημερίδες, τα περιοδικά, τα ραβασάκια και τα σημειωματάρια, ας χρησιμοποιήσουμε την πιο κοινότοπη, πέτρα.  Τάχα δεν έχομε μακρά παράδοση στην τέχνη της μαρμαρογλυφίας; Τα κοιμητήριά μας, θαυμαστό αμάλγαμα ελληνισμού και ορθοδοξίας, βρίθουν υπέροχων γλυπτών και λαμπρών μνημείων, που διαιωνίζουν εις τους αιώνας των αιώνων την μνήμη των επιφανών ανδρών τε και γυναικών της πατρίδος μας. Τάχα δεν μπορούμε πλέον να διδάξομε την τέχνη;  Μα έχομε τους καλύτερους μαρμαρογλύπτες της υφηλίου!  Σε εμάς έρχονται κάθε καλοκαίρι από τα ξένα, οι μαθητευόμενοι για να σπουδάσουν.  Μα και αν ακόμα, αν λέγω, αν πάρα ταύτα την είχαμε ξεχάσει, ας την ξανανακαλύπταμε.  Το ίδιο το μάρμαρο και το καλέμι θα οδηγούσαν τα χέρια μας. 

Και πώς πρέπει να δρομολογήσουμε αυτήν την επιστροφή;  Εδώ δεν χωράνε μισά λόγια.  Οι πρεσβύτεροι είμεθα πλέον μολυσμένοι από την συνήθεια του χαρτιού.  Φυσικά, θα μάς κάνει καλό να προσπαθήσομε, όμως έχουμε καταγραφεί στις γενεές που έχασαν το θειικό δώρο τού Φοίβου.  Το βάρος πρέπει να δοθεί στις νεότερες γενιές, στα παιδιά μας και όσο γίνεται στα πιο νεαρά, που ακόμα το όνειρό τους κάτω από τον ίσκιο των ιερών βουνών δεν αμαυρώθηκε από νερωμένο μελάνι.

Μήπως ανησυχούμε αν οι άμαθοι νεανικοί ώμοι θα απαντέχουν το πιότερο βάρος που θα κοσμεί τις σάκες τους;  Ε, ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουμε κατάματα την αλήθεια.  Τα παιδιά μας, οκνηρά, παχύσαρκα, βουλιμικά στην ευκολία, είναι ο δικός μας καθρέφτης, είναι ένα μέτρο από το οποίο θα κριθεί η γενιά μας.  Δεν τα προστατεύουμε αφαιρώντας τους ευθύνες και εμποδίζοντάς τα από την γνώση.  Το αντίθετο.  Δίνουμε ένα βήμα ακόμα στην αλλοτρίωση της εθνικής μας ταυτότητας, της εθνικής τους ταυτότητας. Ας τους δώσουμε αυτήν τη φορά το καλύτερο, που άφησαν ξεχασμένο οι προγόνοι για εμάς.

Και μήπως εμείς δεν θα βγούμε κερδισμένοι;  Ποιος δεν θα ήθελε να έχει γραμμένο σε μάρμαρο – την φυσική ύλη της γραφής – ένα μεγάλο λεξικό, όπως τού καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη ή μία μεγάλη Ελληνική Αγωγή, όπως του Σ.Α. Γεωργιάδη ή αληθινά τριδιάστατες εικόνες μεγάλων ανδρών και γυναικών του πνεύματος;

Εμείς εδώ στην «Ελληνική κλώσσα» συλλέγουμε υπογραφές για να ενισχύσουμε το αίτημά μας προς την Βουλή των Ελλήνων, να εισαχθεί η μαμαρμαρογραφία στα δημοτικά· αρχικά τουλάχιστον ως συμπληρωματικό μάθημα, έως ότου εκπαιδευτεί με επάρκεια η πρώτη γενιά δασκάλων που θα επωμιστεί την ευθύνη της πλήρους μεταβάσεως στην γραφή σε μάρμαρο.


Υπογράφουμε οι κάτωθι:

Ερμόλαος Κάγκουρας,  Ερευνητής, Δημοσιογράφος

Αλόη Παρμενίδου,  Εκπαιδευτικός, Βοτανολόγος

Ξανθίππη Νυστέρη, Οδοντίατρος, Ερασιτέχνις αρχαιολόγος

Νικήτας Ροβήρος, Άνεργος

Καστρινίδου Άπαρτη, Ποιήτρια

Θεοφάνης Βακτήριος, Τηλεοπτικός παραγωγός

Ευγένιος Ζουράρις, Ιστορικός

Πολύφωτος Έλασμος,  Πολιτικός φιλόσοφος. Πολιτικός

Αγνή Παρθένος, Εμπειρική φιλόλογος

Παλίνδρομος Καρκινικός, Επιγραφολόγος


6 σχόλια:

Τηρίματα είπε...

Και μήπως εμείς δεν θα βγούμε κερδισμένοι;
Αγνή Παρθένος

Σταυ είπε...

Σας συγχαίρω δια την πρωτοβουλίαν. Από μάρμαρον, εξ άλλου, δεν ήτο και ο Μαρμαρωμένος Βασιλεύς;
Μία επισήμανσις μόνον: εις το μάρμαρον δεον όπως λαξεύωμεν πολυτονιστί.

Elliniki Klossa είπε...

Σας ευχαριστούμε δια την επισήμανσιν. Ο μόνος λόγος που δεν γράφωμεν πολυτονιστί είναι ίνα όπως εξασκηθούσιν οι αναγνώσται μας, διορθώνοντας τα κείμενά μας.

matternal είπε...

"η ύλη μπορεί με το πνέυμα που τής εμφυσεί ο Έλληνας, να «μιλήσει»! "

Ορθώς το επισημαίνετε.
Αξεπέραστος, εξάλλου, παραμένει, για την θεωρητική συστηματοποίηση και μεταλαμπάδευση ομιλητικών θεμάτων, ο Θαλής Ομιλήσιος.
Εξού και το γνωστό ρητό "Άπαξ Θαλής, αεί Θαλής".

Ανδρέας Τσόλιας είπε...

Όχι δεν γράφωμεν, αλλά δεν γράφομεν. Όχι ίνα όπως εξασκηθούσιν, αλλά ίνα εξασκηθώσιν, όχι διορθώνοντας, αλλά διορθώνοντες/

Elliniki Klossa είπε...

Ορίστε! Είδατε τι καλά που τα κατάφερε ο ανωτέρω σχολιαστής και πόσο ωφελήθηκε από την άσκηση της διορθώσεως;