Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008

Σύντομο ιστορικό της ελληνικής γλώσσας - κεφάλαιο 7

7. Ελληνιστικοί χρόνοι

Η εκστρατεία τού Μεγάλου Αλέξανδρου είχε τεράστια επίδραση στους λαούς τής ανατολής. Άνθρωποι που έως τότε μάθαιναν για τα θαύματα τής ελληνικής γλώσσας στα όρια των θρύλων, τώρα την άκουγαν να μιλιέται με τα αυτιά τους από αληθινούς ηρωικούς Έλληνες. Το γεγονός στάθηκε ίσως η μαζικότερη «αποκάλυψη» στην ιστορία τής ανθρωπότητας. Οι απολίτιστοι - σε ορισμένες περιπτώσεις σχεδόν «ημιάγριοι» - άνθρωποι πίστεψαν. Μία τεράστια στροφή προς τα γράμματα και την αναζήτηση τής γνώσης συντελέστηκε. Η ζήτηση για εκμάθηση τής ελληνικής γλώσσας, υπολογίζει ο Πιλάφιος (210 – 128 π.Χ.) (Αλμανάκ 3ου αιώνα π.Χ.), αυξήθηκε κατά 10783405%. Κανένας ιδιοτελής ηγεμόνας δεν μπορούσε να ανακόψει το ρεύμα. Από την μητροπολιτική Ελλάδα δεν πρόφταιναν να στέλνουν καθηγητές για να καλύπτουν τις ανάγκες των πληθυσμών, ενώ παράλληλα ανησυχούσαν για μαζικές μεταναστεύσεις προς την Ελλάδα. Έτσι, οι τρεις αιώνες που ακολούθησαν την εκστρατεία τού Μεγάλου Αλέξανδρου αφιερώθηκαν στην ανάπτυξη συστημάτων διδασκαλίας τής ελληνικής γλώσσας. Μεγάλοι εληνογλωσσολόγοι, φιλόλογοι και γλωσσόσοφοι δημιούργησαν το γλωσσόφωνο, τους τόνους, εμπλούτισαν τα σημεία στίξης, και συνέγραψαν εγχειρίδια ορθογραφίας, γραμματικής και συντακτικού, όλα αυτά για να βοηθήσουν τους αλλόφωνους να μάθουν ελληνικά.

Οι καθηγητές ως τελικοί κρουνοί αυτού τού ποταμού γνώσης, γενικά δεν έκαναν εκπτώσεις στην ποιότητα τής διδασκαλίας τους (κάτι που είναι αδύνατο άλλωστε, λόγω τής φύσης τής ελληνικής γλώσσας), υπάρχουν ωστόσο ενδείξεις ότι σε κάποιες περιπτώσεις, όπου αντιμετώπιζαν απελπιστική ανικανότητα μάθησης, παρέλειψαν ορισμένα κεφάλαια διδακτικής ύλης (π.χ., την βουστροφηδόν γραφή) ή δέχτηκαν ορισμένες απλοποιήσεις (π.χ., επέκταση τής αττικής σύνταξης - «τα παιδία παίζει, οι γονείς πέρα βρέχει») ή έκαναν τα στραβά αυτιά σε θέματα προφοράς. Μεταγενέστεροι ιστορικοί επέκριναν αυτές τις αποφάσεις, ωστόσο εμείς οφείλουμε να λάβουμε υπ’ όψη την δεινή θέση στην οποία βρίσκονταν οι Αλεξανδρινοί καθηγητές, αντιμετωπίζοντας δώρα, υποσχέσεις, εκβιασμούς, απειλές για να τελειώνουν με τους τρέχοντες μαθητές τους και να δεκτούν τους επόμενους.

______________________________________________________________

Το γνωστότερο πιστοποιητικό επάρκειας γνώσης τής ελληνικής γλώσσας που θέσπισε το Συμβούλιο για την Διδαχή τής Ελληνικής Γλώσσας σε Αλλόφωνους (ΣΔΕΓΑ) κατά την ελληνιστική περίοδο. Το αρκτικόλεξο προέρχεται από την φράση: «Πιστοποίηση Ανάγνωσης, Λάλησης και Συγγραφής Ορθής τής Ελληνικής Γλώσσας».

-----------------------------------------------------------------------------------------------------------

Ατενίζοντας εκείνη την περίοδο μπορούμε σήμερα να πούμε ότι η ελληνική γλώσσα έπεσε θύμα στυγνής εκμετάλλευσης. Αλλοδαποί έμποροι, ταξιδευτές, ακόμα και πρέσβεις λάμβαναν απερίσκεπτα τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία της ελληνικής γλώσσας και προσάρμοζαν επάνω τους μέρος τού λεξιλόγιου και γραμματικά στοιχεία τής μητρικής τους γλώσσας, κατασκευάζοντας ένα φάσμα γλωσσικών μορφωμάτων, τα οποία όπως ήταν αναμενόμενο μεταβάλλονταν διαρκώς. Ελάχιστα γίνονταν κατανοητά μεταξύ αυτών των «ιδιωτικών» γλωσσών και οι έννοιες – πολύ δε περισσότερο οι εννοιολογικές αποχρώσεις – που μετέδιδαν, φτώχαιναν ολοένα. Κάποιες από αυτές τις γλώσσες, ανάλογα με την ισχύ των ανθρώπων που τις έπλαθαν, επικράτησαν και αποτέλεσαν τις ρίζες των μοδέρνων ευρωπαϊκών και ευρασιατικών γλωσσών.

Παράλληλα, τα κλεμμένα στοιχεία τής ελληνικής γλώσσας, έδιναν ευφορία και πλανερή αυτοπεποίθηση στους αμαθείς, άξεστους ξένους. Έτσι, ανάλογα με την επιθετικότητά του κάθε λαός οργάνωνε επιχειρήσεις διείσδυσης ή κατακτητικούς πολέμους προς τους γείτονες. Όπως παραδέχεται και η επίσημη ιστορία, η περίοδος 200 π.Χ. – 400 π.Χ. χαρακτηρίστηκε από εκτενέστατες πληθυσμιακές ανακατατάξεις. Οι Έλληνες παρακολουθούσαν όλα αυτά με μεγάλη προσοχή αλλά για λόγους αρχών δεν επενέβησαν δυναμικά. Έχουν διαμαρτυρηθεί πολλοί ιστοριοδιεθνολόγοι για το ότι «δεν κτύπησαν οι ισχυροί Έλληνες το χέρι στο τραπέζι για να βάλουν τάξη στο χάος». Οι απαντήσεις είναι απλές και προφανείς: Πρώτον, οι Έλληνες δεν είναι παιδονόμοι. Το ότι έχουν επέμβει πλειστάκις για το καλό τής ανθρωπότητας οφείλεται στην καλή τους καρδιά, δεν είναι υποχρέωσή τους και οι άλλοι δεν πρέπει να το εκμεταλλεύονται. Δεύτερον, οι Έλληνες είναι διακριτικοί άνθρωποι. Για να μην αναφέρουμε την αχαριστία και την αδικία με την οποία ξεπληρώνουν τα ελληνικά ευεργετήματα οι αλλοδαποί, όταν αποκτούν προσωρινά κάποια ισχύ...

Όπως και να ‘ναι, στις απαρχές τού 4ου αιώνα το κακό είχε παραγίνει και φανερά επίκειτο κατάρρευση: γλωσσική αναρχία παντού, πόλεμοι, ασυνεννοησία και ακόμα κάποιοι μέσα στην τρέλα τους έβαλαν στόχο την ίδια την Ελλάδα. Οι Έλληνες αποδέχθηκαν ότι υπήρχε πλέον ιστορική αναγκαιότητα να επέμβουν.


Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Σύντομο ιστορικό της ελληνικής γλώσσας - κεφάλαιο 6

6. Περίοδος Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας

Ρωμαϊκή «αυτοκρατορία» δεν υπήρξε. Η κοντινότερη περίπτωση ήταν μία κατασκευαστική εταιρεία με το όνομα «Ρωμαϊκή αυτοκρατορία» που ιδρύθηκε στα τέλη τού 4ου αιώνα π.Χ., ρωμαϊκών και λατινικών συμφερόντων. Η εταιρεία άλλαζε συχνά ΔΣ και καθεστώς λειτουργίας (πέρασε από κοινοπραξία σε όμιλο επιχειρήσεων κ.λπ.). Επίσημα διατηρήθηκε έως το πρώτο μισό τού 5ου αιώνα μ. Χ., ωστόσο και μετά την διάλυσή της, ίδια συμφέροντα συνέχισαν να εκπροσωπούνται από θυγατρικές της. Τους πρώτους αιώνες τής λειτουργίας της, έντονη συμμετοχή είχαν και Έλληνες, οι οποίοι ως ένα σημείο σφράγισαν την πορεία και τον χαρακτήρα της. Η εταιρεία ειδικεύτηκε σε έργα οδοποιίας και σε μεγάλα κτίσματα.

Το μύθευμα για την Ρωμαϊκή «αυτοκρατορία» καλλιεργήθηκε από τους Γότθους και τους Φράγκους, οι οποίοι ερχόμενοι από βορειοανατολικά και βόρεια προσπάθησαν επί αιώνες να κατακτήσουν και εποικίσουν την κεντρική και νότια Ευρώπη. Εξ αιτίας τής αποτυχίας τους χάλκευσαν ιστορικά στοιχεία προκειμένου να δείξουν ότι απωθήθηκαν από μία οργανωμένη, ισχυρή αυτοκρατορία για να μην γίνουν τελείως ρεζίλι.

Υπάρχει μία ασαφής αναφορά σε επιστολή τού Εφιάλτη ΙΣΤ προς άγνωστο παραλήπτη, ότι οι Έλληνες καλλιέργησαν το μύθο τής επιθετικής, επεκτατικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, προκειμένου να αποθαρρύνουν τους ανατολικούς λαούς που «θέλουν να μεταναστεύσουν στα ελληνικά εδάφη για να μάθουν την ελληνική γλώσσα από πρώτο χέρι» (βλ. και επόμενο κεφάλαιο). Καμία άλλη σχετική αναφορά δεν έχει βρεθεί και λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι οι Έλληνες δεν μετέρχονταν τέτοιων τεχνασμάτων, ο ισχυρισμός αυτοκαταρρίπτεται.

________________________________________________________________________

Προσωπογραφίες τού Εφιάλτη Α (αριστερά) και τού Εφιάλτη ΙΣΤ (δεξιά), δεκατρισέγγονου του Α. Παρ' ότι οι αναπαραστάσεις έγιναν από διαφορετικούς καλλιτέχνες είναι φανερό ότι ο δεκατρισέγγονος, όχι μόνο κληρονόμησε όλον τον παλιοχαρακτήρα τού προγόνου του αλλά επιπλέον βρωμούσε ψαρίλα.

--------------------------------------------------------------

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2008

Σύντομο ιστορικό της ελληνικής γλώσσας - κεφάλαιο 5

5. Αίγυπτος

Στην αρχαία Αίγυπτο, οι Φαραώ και το στρατιωτικό κατεστημένο ήταν πάντα πολέμιοι αυτού που αποκαλούσαν «ελληνική διείσδυση». Αντίθετα, οι ιερείς θεωρούσαν εκ των ων ουκ άνευ την ελλη­νική γλώσσα και φυσικά την ελληνική φιλοσοφία για τις θρησκευτικές αναζητήσεις τους. Παρ’ ότι η δύναμη και η επιρροή τους στην αρχαία Αίγυπτο ήταν εξαιρετικά μεγάλη, στο θέμα της χρή­σης τής ελληνικής γλώσσας δεν πήραν ποτέ την συγκατάθεση των βασιλέων. Κατά περι­ό­δους, ανά­λογα με την δυναστεία και τον Φαραώ, η απαγόρευση των ελληνικών γινόταν λιγότερο αυστηρή ή ακόμα σιωπηρά ανεκτή. Στο εσωτερικό ενός άρματος αρχιερέα έχει βρεθεί επι­κολ­λη­μένο πινα­κίδιο με εγχάρακτη την ελληνική φράση «Πάτερ, ου τρέχεις». Το εύρημα χρο­νο­λο­γεί­ται από την εποχή τού Φαραώ Σνόρη(περί τού 2600 π.Χ.), ο οποίος θεωρείται σχετικά φιλέλ­ληνας.

Άρμα ιερέα με επιγραφή σε πλακίδιο, «Πάτερ, ου τρέχεις». Το πλακίδιο βρίσκεται στερεωμένο στο εσωτερικό γείσο του μετώπου τού άρματος (βέλος) και είναι αποσπώμενο - προφανώς ώστε να μπορεί να αφαιρείται όταν τον Φαραώ τον έπιαναν τα ανθελληνικά του.

Αρχαιολογικό μουσείο Καϊρου - Αίγυπτος

Αιγύπτιες ιέρειες γιορτάζουν την απόφαση τού Φαραώ Σνόρη να επιτρέψει να ομιλείται η ελληνική γλώσσα από ιερείς και στρατιωτικούς (πιθανόν το 2602 π.Χ.). Δυστυχώς το διάταγμα μετά από λίγα χρόνια αποσύρθηκε.

Βρεττανικό μουσείο - Λονδίνο - Αγγλία

Έτσι στην Αίγυπτο, έως την δυναστεία των Αργεάδων (332 π.Χ. στην Αίγυπτο) συνυπήρχαν τέσσερις δια­φορετικές γλώσσες. Η κοινή γλώσσα τού λαού και η επίσημη των αρχόντων και των γραμ­μα­τέων ήταν οι δύο κύριες. Τρίτη γλώσσα ήταν η ελληνική, την οποία μιλούσαν μυστικά μεταξύ τους οι ιερείς. Η τέταρτη ήταν μία τελείως τεχνητή και χωρίς νόημα «γλώσσα» που οι ιερείς είχαν κατασκευάσει και χρη­σι­μο­ποι­ούσαν μπροστά στους βασιλείς και στους στρα­τι­ω­τι­κούς για να «θολώνουν τα νερά». Την επινόηση αυτή την ανέπτυξαν μαζί με τους γραφείς (Ηρόδοτου «Ιστορικές συνενοχές», θέμα γ). Προκειμένου να γίνει η απάτη πιο πιστευτή, επινό­η­σαν ένα παράλ­ληλο σύστημα γραφής, το οποίο, ίσως για λόγους απλότητας, ίσως για λόγους δια­σκέ­δα­σης, το έφιαξαν απεικονιστικό (σχεδιαστικό ή ζωγραφικό είναι επίσης όροι που χρη­σι­μο­ποι­ούν­ται από τους μελετητές). Πρόκειται φυσικά για τα ιερογλυφικά. Τα ιερο­γλυ­φικά πέρασαν από πολλά «κύματα» και κατέληξαν τελικά να αποτελούν πράγματι ένα συμ­βα­τικό σύστημα γραφής, δηλαδή από­δο­σης φωνημάτων με σχέδια:

1ο στάδιο

Οι γραφείς ζωγράφιζαν ότι τους κατέβαινε. Αυτό ήταν ένα πολύ ατυχές αρχικό συμβάν, γιατί έτσι «μαζεύ­τηκαν» περισσότερα από χίλια εικονίδια, στην πλειονότητά τους παραλλαγές λίγων δεκά­δων θεμάτων. (Για τον σχεδόν πλήρη κατάλογο, βλέπε την ταξινόμηση τού βρεττανού ιππότη Alan Gardiner).

2ο στάδιο

Όπως αναφέρουν οι Lafargue P & Pantagruel R (1954), «όταν οι ιερείς έπρεπε να σκαλίσουν ολό­κληρους τοίχους με κείμενο, το οποίο μετά θα “εθαύμαζε” η βασιλική οικογένεια, προ­φα­νώς βαριούνταν μέχρι απελ­πισίας». Αυτό τους ώθησε να αρχίσουν να παίζουν με τις εικόνες, φτιά­χνοντας «εικο­νό­λεξα», τα οποία παρουσίαζαν ο ένας στον άλλο ως σπαζοκεφαλιές. Για παρά­δειγμα, με το περί­φημο ιερογλυφικό «ο νεογέννητος πατάει στο νερό» που ο ιερέας Μερόφης είχε απο­καλύψει στον Ραμσή I και θεω­ρή­θηκε προ­άγγελος τής διάβασης τής Ερυθράς θάλασσαςαπό τον Μωυσή και τους Εβραί­ους φυγάδες, ο πρώτος γραφέας που το έγραψε, εννούσε «παπάκι πάει στην ποταμιά» (βλ. εικόνα).

3ο στάδιο

Σε κάποια απροσδιόριστη χρονική περίοδο, οι ιερείς (πιθανότερα, αρχικά οι γραμματείς) απέ­δω­σαν φθόγγους σε κάποια από τα σχέδια. Ίσως αυτό έγινε επειδή χρειάστηκαν πραγματικά έναν τρόπο κρυπτογράφησης, ίσως επειδή είχαν κουραστεί ψυχικά να ζωγραφίζουν εικόνες χωρίς νόημα. Μελετώντας τα ιερογλυφικά γίνεται φανερό ότι η διαδικασία χρειάστηκε αιώνες για να παγει­ωθεί ενώ πολλές φρορές έγιναν παλινδρομήσεις ή ανοίχτηκαν κλάδοι κωδικοποίησης που μετά εγκαταλείφθηκαν. Έτσι περίπου το 900 π.Χ., η ίδια εικόνα σήμαινε «Γου-μπανάν(α)», η οποία ήταν η αγαπημένη μάρκα μπανάνες των αριστοκρατών που εισήγαγαν από την βορειοδυτική Αφρική.

Στην σύγχρονη εποχή (~ 1822) τον κώδικα έσπασε ο Γάλλος Ιωάννης-Φραγκίσκος Σαμπολλιόν, διαβάζοντας τις ελληνικές οδηγίες στην πίσω πλευρά τής στήλης τής Ροζέττας.

Μικρό κείμενο ιερογλυφικών. Από κάτω αναγράφονται τα φωνήματα που αποδόθηκαν αργότερα στις εικόνες και οι σημερινοί κωδικοί στο σύστημα κατάταξης τού A. Gardiner.

Η φράση διαβάζεται από τα δεξιά προς τα αριστερά.

Εικονογραφική ανάγνωση: «το παπάκι πάει στην ποταμιά».

Συμβολική ανάγνωση: «ο νεογέννητος πατάει το νερό».

Κωδικοποιημένη μετάφραση: wbnnwoobanan»). (Ας σημειωθεί ότι στην κωδικοποίησή τους, οι Αιγύπτιοι ιερείς απέδιδαν σχεδόν αποκλειστικά μόνο τα σύμφωνα.)